bt_bb_section_bottom_section_coverage_image

Δεν ήξερα να το ονομάσω, αλλά το ένιωθα

Ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι στο νησί, γυρνώντας σπίτι από το σχολείο, ένιωθα πολλή μοναξιά. Ήμουν μόνο έξι. Δεν ήξερα να το ονομάσω. Αλλά το ένιωθα. Ήταν κι αυτή η αλλαγή από την Αθήνα. Μετατέθηκε ο μπαμπάς. Άλλη μια μετακόμιση. Άλλη μια κούραση. Άλλη μια αλλαγή. Στο δρόμο της σύντομης επιστροφής, συνάντησα ένα σκυλάκι μικρό και γλυκό. Μου «μίλησε» αρκετά και νοιάχτηκε για μένα. Θα το πω στη μαμά. Αυτό το θέλω για δικό μου. Μόνο δικό μου. Τρίτο παιδί στη σειρά και κάπως ιδρωμένο για να τραβώ μια προσοχή, που ήταν αναγκαία. Έπρεπε να βρω τον τρόπο, να καταλάβει ότι θέλω μια αποκλειστικότητα. Δεν ήξερα να την ονομάσω, αλλά το ένιωθα.  Ήταν κι΄αυτή η δυσθυμία της  που φώναζε την κούρασή της, που μου τρυπούσε την καρδιά. Παράπονα μιας έξυπνης ταλαντούχας κοπέλας, που ίσως δεν της έφτασε  το όνειρο μιας οικογένειας, για να καλύψει μια ψυχή που διψούσε για προσφορά και αναγνώριση.  Δεν ήξερα να τα ονομάσω, αλλά το ένιωθα. Μεγάλο το σπίτι. Δίπατο. Κι αυτή πολλές ώρες μόνη χωρίς ιδιαίτερες βοήθειες. Έκανε το καλύτερο που μπορούσε για μένα, αλλά δεν μου ήταν ποτέ αρκετό. Δεν καταλάβαινα, ότι τόσο μπορούσε. Αυτό μου προκαλούσε ανασφάλεια. Δεν ήξερα να την ονομάσω αλλά το ένιωθα. Και εγώ καθόμουν στο πρώτο σκαλάκι της μεγάλης ξύλινης σκάλας που οδηγούσε στο δωμάτιό μας και έκλαιγα γοερά για να με συνοδεύσει στο βραδινό μου ύπνο. Στο παιδικό δωμάτιο με τα τρία κρεβάτια και την πολλή ψηλή οροφή. Τις νύχτες χόρευαν οι σκιές που τρύπωναν μέσα από τις γρίλιες κι εγώ τραβούσα την κουβέρτα, παρακαλώντας τις να φύγουν . Φοβόμουν. Δεν ήξερα να το ονομάσω, αλλά το ένιωθα.

Μέσα στο παιδικό μου μυαλό, το σκυλάκι δε θα μου έλεγε ποτέ όχι. Φαινόταν ότι μ΄αγάπησε με την πρώτη ματιά.. Ή τουλάχιστον έτσι ήθελα με πάθος να πιστέψω.

Όση ήταν η ανασφάλειά  μου, άλλο τόσο και το πάθος της πίστης μου ότι θα τα καταφέρω. Δεν ήξερα να το ονομάσω. Αλλά το ένιωθα.

Μ΄αυτό το πάθος εκείνο το ανοιξιάτικο μεσημέρι, στάθηκα ευθυτενής μπροστά της, μήπως και μεγαλώσω και ψηλώσω και με πάρει σοβαρά και της είπα πετώντας τη τσάντα στο τραπέζι και με τσαμπουκά: Αν δεν μ αφήσεις να φέρω το σκυλάκι σπίτι, εγώ θα κλειστώ στο δωμάτιο για πέντε μέρες και δε θα τρώω, δε θα πίνω και δε θα κοιμάμαι. Για τις σκιές δεν της είπα, γιατί αυτό θα ήταν η πιο δύσκολή μάχη για μένα