bt_bb_section_bottom_section_coverage_image

Από το ημερολόγιο ενός συνεξαρτημένου

Από το ημερολόγιο ενός συνεξαρτημένου…

Μεγαλώνοντας στο «σπίτι» της συνεξάρτησης.

Μετά από κάποια χρόνια ψυχοθεραπείας και αρκετή προσωπική έρευνα, θα μπορούσα να πω, ότι δημιουργήθηκε μέσα μου μια στοιχειώδης μορφή αυτογνωσίας. Αυτό σημαίνει ότι ξεκαθάρισε αρκετά η μνήμη μου και έτσι γνώρισα το ποιος ήμουν, το ποιος είμαι και το ποιος θα ήθελα να είμαι.

Πάμε τώρα να δούμε από την αρχή, πως μεγάλωσα και τι συντέλεσε στη διαμόρφωση του ψυχολογικού μου κόσμου, δηλαδή των συναισθημάτων που με συνοδεύουν από τότε που γεννήθηκα.

Ο πατέρας μου, ήταν ένας άνθρωπος που προερχόταν από πολύ φτωχή οικογένεια, η οποία «χρησιμοποιούσε» τα παιδιά της με όποιο τρόπο μπορούσε για την επιβίωσή της.

Αυτό που τον συνόδευε πάντα ψυχολογικά, ήταν η αγωνία της επιβίωσης και το κυνήγι της εργασίας στο μυαλό του, για ν΄απαλύνει αυτό που ένιωθε.

Η μητέρα μου, παντρεύτηκε τον πατέρα μου 16 χρονών και ήταν ένα κορίτσι πολύ όμορφο εξωτερικά, αλλά συναισθηματικά και αυτή, με έντονη την αγωνία της επιβίωσης, μιας και ο πατέρας της και τα 5 αδέλφια της, την είχαν εγκαταλείψει σε πολύ μικρή ηλικία και έτσι ήταν αναγκασμένη ηθικά να συντηρήσει τη μητέρα της η οποία ήταν πολύ φτωχή.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο λόγω των συνθηκών της εποχής παντρεύτηκαν με προξενιό και έτσι ένωσαν την οικονομική τους φτώχεια αλλά και τον ασταθή συναισθηματικό τους κόσμο, με κυρίαρχη την αγωνία για το μέλλον.

Μέσα λοιπόν σ΄αυτό το σπίτι που μεγάλωσα, επιδρούσαν σημαντικά επάνω μου, τα κύρια στοιχεία αυτών των δύο ανθρώπων. Το κλίμα ήταν ψυχολογικά πολύ ασταθές με πολλούς καυγάδες και αρκετούς καταπιεστικούς κανόνες. Το κύριο αίσθημα που με συνόδευε, ήταν η ανασφάλεια και η αγωνία για το αν θα καταφέρω να επιβιώσω μέχρις ότου μεγαλώσω και να πάρω τη ζωή στα χέρια μου.

Περίπου λοιπόν για τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής μου, ο συναισθηματικός μου κόσμος απαρτιζόταν κατά κύριο λόγο από τα αισθήματα  ανησυχίας, ανασφάλειας και αγωνίας με λίγες εξαιρέσεις σε κάποιες περιόδους.

Σ΄αυτές τις δύσκολες συνθήκες λοιπόν, ανέπτυξα κάποιες συμπεριφορές που ως ενήλικας με την ενασχόλησή μου με τη θεραπεία της συνεξάρτησης κατάλαβα ότι ήταν οι συμπεριφορές ενός συνεξαρτημένου ατόμου με όλα τα μοτίβα και τους μηχανισμούς που τις  χαρακτηρίζουν.

Δηλαδή με το τι σκαρφιζόμουν και ποιους ρόλους θα έπαιζα για να τους πείσω, να μη διαλύσουν την οικογένεια, για να μπορέσω να μεγαλώσω (επιβιώσω) μέσα σε ένα δυσλειτουργικό περιβάλλον.

Έτσι ασυνείδητα αναπτύχθηκαν κάποιες εξαρτήσεις, όπως η «παρηγοριά» του φαγητού, της μουσικής, της ονειροπόλησης  σε υπερβολικό βαθμό, με το να κλείνομαι για ώρες μέσα σ΄ένα δωμάτιο. Αυτό ανακούφιζε κάπως όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα που ένιωθα και όποτε ήμουν αναγκασμένος να «βγω» από τις φανταστικές μου βόλτες, το έκανα με απόλυτο ψυχαναγκασμό, γιατί ο άλλος κόσμος δεν μου άρεσε καθόλου και δεν μου παρείχε καμία ασφάλεια.

Όλες μου οι εξαρτήσεις, ήταν επινοητικές διαδικασίες με πράγματα που μπορούσα να κάνω και που υπήρχαν, σ΄ένα μυαλό έφηβου παιδιού που η πρώτη του ανάγκη ήταν να ξεφύγει από μια ζοφερή πραγματικότητα.

Αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει ως παιδί ήταν η συνεξάρτησή που είχα  με αυτούς τους ανθρώπους, ως δικλείδα ασφαλείας σ΄έναν κόσμο που εξαρτιόμουν απόλυτα απ αυτούς χωρίς να μπορώ να εξασφαλίσω από μόνος μου ένα υγειές περιβάλλον.

Και ενώ ένιωθα δυσφορικά, το εκλάμβανα ως φυσιολογικό, γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό.

Οι εξαρτήσεις μου μεγαλώνοντας αλλάξανε μορφές και ιδιαίτερα αυτή με το φαγητό, το οποίο μπόρεσα να το μειώσω πολύ με τη βοήθεια του τσιγάρου και του ποτού και έτσι να διατηρήσω μια καλή εικόνα, η οποία ήταν πολύ σημαντική για τη σχέση μου με τις γυναίκες αλλά και για το γενικότερο κοινωνικό προφίλ μου.

Αυτή η εικόνα βοήθαγε κατά πολύ στην αυτοπεποίθησή  μου που κατά τα άλλα ήταν αρκετά κλονισμένη από το περιβάλλον το οποίο προερχόμουν.

Το παρατεταμένο δυσάρεστο συναισθηματικό κλίμα το οποίο διαμορφώθηκε στην παιδική μου ηλικία, με κυρίαρχα στοιχεία, το φόβο, την ανασφάλεια, την ανησυχία και την αγωνία με ακολουθούσε συνέχεια, παρά τις λογικές αποδείξεις της κάθε νέας μου πραγματικότητας που έλεγε, ότι δε θα έπρεπε να υπάρχει, γιατί τώρα τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως ήταν κάποτε.

Αλλά εγώ δεν ήξερα πώς να το αναστρέψω.

Ήταν μια σκιά που με ακολουθούσε αδιόρατα παρόλο που έκανα τα πάντα για να ευτυχήσω.

Στην πραγματικότητα, μου φαινόταν κάπως φυσιολογικό γιατί πάντα έτσι ένιωθα και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω γιατί δεν θα έπρεπε να υπάρχει αυτό το κλίμα παρόλο που δεν μου άρεσε και με δυσκόλευε πολύ στη ζωή μου.

Δεν ήξερα και δεν καταλάβαινα πώς μπορεί ένας άνθρωπος να καταφέρει να νιώσει καλύτερα.

Ταυτόχρονα στην έλλειψη συνειδητοποίησης της κατάστασής μου, συντελέσανε σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι εξαρτήσεις, οι οποίες έχουν τη δύναμη να μειώνουν τη συνειδητότητα του ατόμου.

Το βασικό  στοιχείο των εξαρτήσεών μου κατά καιρούς ήταν, ότι ήταν  πολύ απολαυστικές, σε βαθμό ηδονιστικό και μου ήταν αδύνατον να τις απαρνηθώ, γιατί δίνανε νόημα στη ζωή μου.

Δεν ήξερα ότι όσος πιο πολύς ήταν ο πόνος, τόσο πιο απολαυστική ήταν η εξάρτηση και τόσο πιο δύσκολο  να κοπεί.

Ο πόνος πάντα επανερχόταν και δεν καταλάβαινα γιατί, συνεχίζοντας να  πιστεύω ότι είχα φυσιολογικά παιδικά χρόνια και μία φυσιολογική ενήλικη ζωή, όπως έχουν και οι άλλοι άνθρωποι.

Νιώθω ότι υπήρξα το κλασσικό παράδειγμα του ανθρώπου, που δεν διδάσκεται από τα συναισθήματά του και δεν συμπορεύεται με αυτά στη ζωή του.

Το πιο σημαντικό ήταν που τα έβαζα με τον εαυτό μου, γιατί δεν μπορούσα να επιβληθώ στις εξαρτήσεις μου, οι οποίες μου έκλεψαν τεράστια χρονικά διαστήματα από τη ζωή μου και κατακεραύνωσαν την ψυχολογία μου σε βαθμό αυτοκτονικών σκέψεων και φοβερής δυσκολίας στη δημιουργία σχέσεων και απόρριψης του εαυτού μου και απόρριψης των άλλων.

Για μένα η συνεξάρτηση είναι η μητέρα κάθε εξάρτησης και η συναισθηματική μάστιγα σε αυτούς που υποφέρουν από αυτήν που τους καταδικάζει σε μία ζωή από «δεύτερο χέρι» με πολύ μεγάλη έλλειψη χαράς και ευτυχίας στη ζωή τους, σαν τον απόκληρο που δεν ξέρει πώς να ζήσει και ζηλεύει και φθονεί όσους μπορούν να το κάνουν.

Η συνεξάρτηση είναι υπεύθυνη για το δράμα της ζωής κάθε ανθρώπου, για  τον  πόνο που δημιουργεί , διαιωνίζοντάς τα και μολύνοντας τον καθένα  που θα βρεθεί στο πέρασμά της, με την περίεργα διαστρεβλωμένη ηδονιστική διάθεση της αυτολύπησης.

Σήμερα, μετά από μια μακρά διαδρομή συνειδητοποιήσεων από τη διαδικασία θεραπείας της συνεξάρτησης, νιώθω πολύ καλύτερα σε σχέση με το παρελθόν. Μαθαίνω σιγά σιγά τι είναι η αγάπη, έχω πιο βατές σχέσεις μιλώντας ξεκάθαρα για τα συναισθήματά μου και με μεγαλύτερη επίγνωση του ποιος θέλω να είμαι, βάζοντας ωφέλιμους και  ξεκάθαρους στόχους  για μένα. Επίσης μαθαίνω  να αποδέχομαι τα δυσάρεστα συναισθήματα χωρίς να απαιτώ από τους άλλους να κάνουν γι΄αυτό!