Λατρεμένο μου «για πάντα»,
Ξέρεις, πήρα την απόφαση, σκληρή μα δίκαιη, να σε χωρίσω.
Έχεις βαρύνει για μένα.
Έκλεισες ορμητικά, κάτω από τη σάρκα σου, όλες τις μνήμες τις παραφουσκωμένες.
Τις έντυσες με έτοιμες λέξεις. Ούτε μία δεν ήταν δικιά μου.
Εκκωφαντικά ψιθύριζαν στ΄αυτιά μου, να τις κρατήσω πισθάγκωνα.
Να μου υπενθυμίζουν, του αύριο τη διαδρομή.
Μία μία τις έπαιρνα στα χέρια μου, αργά και ηδονιστικά, απεκδυόμενες τα ρούχα τους και τις άφηνα στο κρύο να παγώνουν.
Ούρλιαζαν και θρηνούσαν τη γύμνια τους.
Τις εγκατέλειπα να χαθούν στο λευκό χιόνι.
Βήμα, βήμα σε αποχωριζόμουν, μέχρι να γίνουν χίλια και να φτάσει στα χείλια η διακοπή.
Πάντα με φόβιζες, «για πάντα», αλλά δεν στο ομολογούσα.
Με έπειθες να σ΄ακολουθώ, κι΄ας ήξερα, ότι είσαι το φάντασμα του «τότε που» και του «τότε θα».
Με εγκλώβισες στην ασφαλή σου ζώνη, με κάλπικο δίχτυ ασφαλείας.
Ως που μια νύχτα, ερωτεύτηκα το «τώρα».
Ήρθε γυμνό, με χεριά σε ανάταση και ήδη στολισμένο.
Με αισθήματα παρόντος, μιας γέννας Θεϊκής. Ολόκληρης στιγμής.
Δε κυνηγούσε ομορφιά. Είναι η ομορφιά.
Δε ζήταγε το «πάντα». Είναι τα πάντα.
Αφέθηκα σ΄αυτό. Στα βήματά του. Μου είναι ήδη γνωστό.
Είναι εγώ.




