Το τίποτα που θα με κάνει να ξεφύγω από το κάτι.
Πολλές φορές έχω πει, θέλω χρόνο για τον εαυτό μου. Δε θέλω να κάνω τίποτα.
Αν ήταν μία λίγο αυθαίρετη μαθηματική εξίσωση, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αν θέλεις χρόνο για τον εαυτό σου, μη κάνοντας τίποτα, άρα ορίζεις τον εαυτό σου ως τίποτα.
Αλλά βέβαια το ξέρουμε καλά ότι δεν είναι έτσι. Το αντίθετο θα λέγαμε. Αλλά ας δούμε τι μπορεί να είναι αυτό το «τίποτα»
Αυτό το «τίποτα» είναι κάθε τρόπος διαφυγής από μια πραγματικότητα που δεν μου αρέσει.
Και όλως παραδόξως ενώ είμαι υπεύθυνος για τη δημιουργία ή τη συντήρησή της δικής μου πραγματικότητας, το μυαλό προσπαθεί να διαφύγει φτιάχνοντας εναλλακτικά «κάτι» ορίζοντάς τα ως «τίποτα». Ακόμα και εναλλακτικούς εαυτούς καμιά φορά. Όταν αυτή η πραγματικότητα είναι δυσάρεστη, αυτό το τίποτα μπορεί να είναι ένας εθισμός που θα μου δώσει την αναγκαία ανακούφιση, μέχρι και ένας «κρυφός» εαυτός, που ζει στη φαντασία.
Ας πούμε ένα παράδειγμα. Ένας άνδρας (τυχαίο το φύλλο, θα μπορούσε να είναι και γυναίκα) κάνει μια εργασία που δεν του αρέσει και έχει μία σύντροφο που δεν περνάει καλά μαζί της. Ορίζει λοιπόν ένα χρόνο για τον εαυτό και το ονομάζει δεν κάνω «τίποτα». Μπορεί να βάλει ένα ποτό στον καναπέ, μια απαλή μουσική και ν΄ αρχίσει να σκέφτεται μια κοπέλα που συνάντησε στα 20 σ΄ ένα πλοίο, που δεν τόλμησε να της μιλήσει τότε και ν΄ αρχίσει να ονειρεύεται τη ζωή του πως θα ήταν μ΄αυτήν την κοπέλα σήμερα, αν εκείνο το βράδυ στο κατάστρωμα θα της μιλούσε. Αυτός λοιπόν είναι ένας ψευδής εναλλακτικός εαυτός που δημιουργείται με βάση την ανάγκη να ξεφύγει από το «κάτι» που ζει τώρα. Παρ΄όλα αυτά μπορεί να είναι αρκετός για να τον κάνει ν΄αντέξει μια πραγματικότητα, που δεν μπορεί, ή νομίζει ότι δεν μπορεί ν΄αλλάξει. Η αδυναμία, η αναβλητικότητα, η απώθηση που δημιουργούνται από δύσκολα συναισθήματα, όπως ο πόνος και ο φόβος μπορούν να κάνουν ένα άνθρωπο να ζει με ψευδαισθήσεις. Γιατί πολύ απλά δεν αντέχει να δει την αλήθεια.
Το τίποτα που θα με κάνει να ξεφύγω από το κάτι




