«Τίποτα πιο δύσκολο από την ευθύτητα και τίποτα πιο εύκολο από την κολακεία».
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Λίγοι μπορούν ν΄αντισταθούν στη μαγευτική μουσική του επαίνου. Οι περισσότεροι αρπάζουμε και καταπίνουμε με βουλιμία, ακόμα και τα ψίχουλα λίγων επαινετικών λόγων. Ο έπαινος ασκεί μια μεθυστική επίδραση, σαν τον αλκοολικό που πίνει ένα ποτήρι με άδειο στομάχι και φτιάχνεται. Νοιώθουμε ότι μας κολακεύουν και χάνουμε την αίσθηση της πραγματικότητας. Γινόμαστε άβουλα πλάσματα στα χέρια οποιουδήποτε μας «ενθαρρύνει» και μας «χαϊδεύει». Έτσι προχωράμε στη ζωή εκεί που μας επαινούν. Κι αν σταματήσουν, βαλτώνουμε. Όταν γίνομαι δέσμιος της κολακείας, ζω μια τραγωδία σαν αυτή του ουσιοεξαρτημένου. Πειθαρχώ σε εξωτερικές δυνάμεις που δεν μπορώ να ελέγξω. Υπάρχει πάντα ένα φονικό αγκίστρι μέσα στο δόλωμα της κολακείας. Η γλώσσα του κόλακα, είναι διχαλωτή, σαν του φιδιού. Όποιος μας κολακεύει εύκολα, μπορεί εξίσου εύκολα να μας κατηγορήσει. Ο ήχος αυτής της αντίφασης, θυμίζει τις φωνές της «γονικής » εξουσίας και πως εξακολουθούν να μας «εξουσιάζουν» και να μας κατευθύνουν τώρα, όπως και τότε. Είσαι πολύ καλός, αλλά όχι αρκετά. Στο «πολύ καλός» παίρνω δύναμη και στο «όχι αρκετά», καταποντίζομαι. Χρησιμοποιούσαν τον έπαινο και την επίπληξη ως μέτρο «εκπαίδευσης» και ελέγχου. Έπαινος στην «υπακοή», τιμωρία στην «αντίσταση». Η μνήμη από τις εμπειρίες αυτές είναι βαθιά κρυμμένη, μέσα στο νευρικό μας σύστημα και ανταποκρινόμαστε αυθόρμητα σ΄αυτά τα ερεθίσματα. Με λίγα λόγια, αν δεν μπορούμε να παρασύρουμε το «θύμα» μας με τον έπαινο, το κατηγορούμε για να πέσει στην παγίδα. Μια άλλη ύπουλη παγίδα απροκάλυπτου ελέγχου, είναι αυτός που κολακεύει η κατηγορεί, να έχει χρήσει τον εαυτό του, ανώτερο από τους άλλους και να αυτοαδειοδοτείται να το κάνει όποτε αυτός θέλει. Η χειρότερη μορφή χρήσης κολακείας, γίνεται όταν υποβόσκει, μια φθονερή σύγκριση με κάποιον που ζηλεύουμε, για τις ικανότητές του, που εμείς δεν έχουμε και δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξουμε. Αυτό δείχνει την αποξένωσή μας από τη δική μας πρωτοβουλία και αυτοπεποίθηση, που δυσκολευόμαστε να αναπτύξουμε ή να διακρίνουμε. Ώς αντίδοτο και προστασία, σε όλο αυτό το δίπολο, είναι η διάκριση και μια βαθιά γνώση του εαυτού, που δεν αφήνει περιθώρια για «εξαπατήσεις».
Η γνήσια και ειλικρινής αποτύπωση συναισθημάτων, ακόμα κι αν έχει δυσάρεστες εκδοχές, εμπεριέχει ένα μέτρο που αντανακλά στην πραγματικότητα. Στην Αλήθεια. Αυτή την αλήθεια τη διαισθάνεσαι, είναι συγκινητική, καθηλωτική και δεν αφήνει κανένα περιθώριο για δεύτερες σκέψεις. Ούτε σ΄αυτόν που τη λέει, ούτε σ΄αυτόν που τη δέχεται. Απλά σπάνια είμαστε δεκτικοί σε μια τέτοια ουσιαστική εμπειρία.
Τίποτα πιο δύσκολο από την ευθύτητα και τίποτα πιο εύκολο από την κολακεία




