Στον θεραπευτή, απευθύνονται και συγγενείς εξαρτημένων. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, ακολουθώ ένα συνδυαστικό πρωτόκολλο, όπου μπορεί να μπουν σε αξιολόγηση και θεραπεία και οι συγγενείς.
Πολλές φορές κατά τη θεραπεία ενός εξαρτημένου σε χρήση ή συνεξαρτημένου, αν κρίνω αναγκαίο, μπορεί να ζητήσω να συναντήσω συγγενείς, ανεξάρτητα αν γνωρίζουν για την εξάρτηση του συγγενούς τους ή όχι.
Μια δυσλειτουργική οικογένεια είναι αυτή στην οποία τα μέλη υποφέρουν από φόβο, θυμό, πόνο ή ντροπή που αγνοείται ή αρνείται. Τα υποκείμενα προβλήματα μπορεί να περιλαμβάνουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:


Οι δυσλειτουργικές οικογένειες δεν αναγνωρίζουν εύκολα ότι υπάρχουν προβλήματα. Δεν μιλούν για αυτά ούτε τα αντιμετωπίζουν. Ως αποτέλεσμα, τα μέλη της οικογένειας μαθαίνουν να καταπιέζουν τα συναισθήματα και να αγνοούν τις δικές τους ανάγκες. Γίνονται «επιζώντες» της ζωής. Αναπτύσσουν συμπεριφορές που τους βοηθούν να αρνηθούν, να αγνοήσουν ή να αποφύγουν δύσκολα συναισθήματα. Αποσπώνται. Δεν μιλάνε. Δεν αγγίζουν. Δεν έρχονται αντιμέτωποι. Δεν αισθάνονται. Δεν εμπιστεύονται. Η ταυτότητα και η συναισθηματική ανάπτυξη των μελών μιας δυσλειτουργικής οικογένειας συχνά αναστέλλονται.
Η προσοχή και η ενέργεια επικεντρώνονται στο μέλος της οικογένειας που είναι άρρωστο ή εθισμένο. Το συνεξαρτώμενο μέλος της οικογένειας, συνήθως θυσιάζει τις ανάγκες του/της για να φροντίσει ένα άτομο που είναι άρρωστο. Όταν οι συνεξαρτημένοι βάζουν την υγεία, την ευημερία και την ασφάλεια των άλλων ανθρώπων πάνω από τη δική τους, μπορεί να χάσουν την επαφή με τις δικές τους ανάγκες, επιθυμίες και την αίσθηση του εαυτού τους.
Κατά τη θεραπεία της συνεξάρτησης τα μέλη της οικογένειας του εξαρτημένου, μαθαίνουν πώς να θέτουν σε εφαρμογή υγιή και λειτουργικά όρια προς τον εαυτό τους και στους άλλους με σκοπό να μην τοποθετούνται σε μία θέση, που συνήθως εναλλάσσεται και είναι αυτή του σωτήρα, του θύτη, ή του θύματος.
