Μία ευαίσθητη καρδιά έψαχνε πολύ βαθιά
για να βρει μία αγκαλιά να τη χωράει.
Μα το μυαλό ήταν «παχύ» μέσα σ΄ αυτήν τη διαδρομή
πάντα αγχωμένο, έμενε να ξαγρυπνάει.
Κάποτε ένοιωθε στενή, την άλλη ελαφρώς στραβή
σαν μια σκιά που το «σωστό» το φως αναζητάει.
Μπερδεύτηκε για τα καλά, και΄πιανε ο νους πάλι δουλειά
μ΄ένα ελάττωμα καυτό να κυβερνάει.
Έδειχνε θράσος τρομερό, μέσα στο μαύρο το βυθό
θαλάσσιων δράκων τις φωτιές και βδέλλες να ξερνάει .
Κι΄ όταν πνιγόταν στον αφρό, με φόβο απ΄το παρελθόν
τάγμα οδύνης ξακουστό ήτανε πάντα ικανό να τη λυγάει.
Έδινε μάχη η καρδιά να εξαφανίσει τη σκουριά,
και μια φωνή που τους παλμούς της τους σκορπάει.
Φώναζε πάντα δυνατά, πως δεν αξίζει αγκαλιά
κι αυτά τα λάθη της κανείς δε συγχωράει.
Μετά ακούστηκε κραυγή, σαν ν΄αλυχτάει ένα σκυλί
που πλέον βοήθεια απ΄τη «φυλή» του καρτεράει.
-Ω ναι, αναφώνησε η «φυλή», ξεκάθαρα με βροντερή φωνή,
-πρώτα η δική σου η αγκαλιά να τα χωράει (τα λάθη).
Πάντα ζητάει τ΄ ουρανού, τα σύννεφα να εξατμιστούν
να βγει ο ήλιος ο λαμπρός να τη φεγγοβολάει.
Κι έτσι ζεστή και τρυφερή, άξια θα ειν΄ν΄αγκαλιαστεί
να πάψει πια κάθε φορά να του μοιρολογάει.
Αφιερωμένο σε όλους όσοι στερήθηκαν την αγκαλιά για όποιο λόγο…
Σηματοδοτώντας και την άρση των «απαγορεύσεων», που εύχομαι να είναι με διάρκεια στο χρόνο!




